Σεισμολόγοι: Αυτά είναι τα ρήγματα που «δίνουν» έως 7 ρίχτερ στην Ελλάδα

ΔΡ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΓΚΑΝΑΣ
ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΕΩΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ

«Υπάρχουν μεγάλα ρήγματα με δυναμικό για άνω των 7 R»

«Υπάρχουν μεγάλα ρήγματα στην Ελλάδα με βεβαιωμένο δυναμικό για σεισμούς άνω του μεγέθους 7 R είτε διότι έχουν “σπάσει” κατά την περίοδο της ενόργανης σεισμολογίας (οπότε το μέγεθος έχει μετρηθεί) είτε διότι το χαρτογραφημένο μήκος τους δικαιολογεί σεισμούς Μ>7 βάσει των εμπειρικών σχέσεων που δεχόμαστε στη σεισμολογία» σημειώνει ο δρ Αθανάσιος Γκάνας, διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου. «Ρήγματα με μήκη μεγαλύτερα από 50 χιλιόμετρα έχουν το δυναμικό για σεισμό Μ7. Ανάλογα με τον μηχανισμό του σεισμού υπάρχουν περιπτώσεις όπου ρήγματα με μήκη μεταξύ 40-50 χλμ. να μπορούν να δώσουν σεισμούς Μ7. Τα κυριότερα μεγάλα ρήγματα απεικονίζονται στον χάρτη ρηγμάτων του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών NOAFAULTs:

Ρήγμα Α, η επιφάνεια επαφής των δύο πλακών Αφρικανικής και Αιγαίου – Ευρασίας, η οποία σχηματίζει το γνωστό ελληνικό τόξο (Hellenic arc) και του οποίου το δυναμικό έχει εκτιμηθεί σε Μ8,3 κυρίως για το κομμάτι ανοικτά της Κρήτης μέχρι νότια από το ακρωτήριο Ταίναρο.
Τρία ρήγματα πάνω στην πλάκα του Αιγαίου (Β, Γ και Δ) τα οποία έχουν σχηματίσει τις τάφρους Στράβωνα (Β), Πλίνιου (Γ) και Πτολεμαίου (Δ) και των οποίων τα μήκη ξεπερνούν τα 200 χιλιόμετρα.

Το ρήγμα της Ρόδου (Ε).
Το ρήγμα της Κεφαλληνίας – Λευκάδας (Ζ).
Το ρήγμα του κεντρικού Αιγαίου – Αδραμυτίου (Η).
Το ρήγμα του Βορείου Αιγαίου (Θ).
Το ρήγμα του Β. Ιονίου (Ι).
Το ρήγμα της Αμοργού (Κ) το οποίο έδωσε και τον σεισμό Μ7,5 τον Ιούλιο του 1956.

Υπάρχουν αρκετά ρήγματα ειδικά στον υποθαλάσσιο χώρο ανοικτά της Πελοποννήσου και δυτικά της Κρήτης για τα οποία δεν έχουμε αρκετά δεδομένα για να εκτιμήσουμε το δυναμικό τους. Επιπλέον, η επιφάνεια υποβύθισης της αφρικανικής πλάκας κάτω από το Αιγαίο έχει δώσει μεγάλους σεισμούς ενδιάμεσου βάθους, όπως στο Κρητικό Πέλαγος το 1856 (Μ7,7), το 1883 ανοικτά των Φιλιατρών (Μ7,3), στα Κύθηρα το 1903 (Μ7,2 ή και Μ7,6), στη Ρόδο το 1926 (Μ7,6) και άλλους. Αυτοί οι σεισμοί γίνονται σε βάθη μεταξύ 60-100 χιλιομέτρων αλλά μπορούν να έχουν καταστρεπτικά αποτελέσματα λόγω του μεγάλου μεγέθους των, όπως επίσης γίνονται και αντιληπτοί σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο».


ΕΥΘΥΜΗΣ ΛΕΚΚΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΟΑΣΠ

«Εξαιρετικά σπάνιο να έχουμε σεισμό πάνω από 8 ρίχτερ»

Ως εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο χαρακτήρισε ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ Ευθύμης Λέκκας το ενδεχόμενο να γίνει σεισμός στην Ελλάδα πάνω από 7,5 Ρίχτερ. Όπως σημείωσε στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής ο κ. Λέκκας, ο οποίος βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στην Τουρκία μαζί με την ομάδα του, «το να έχουμε σεισμό πάνω από 7,5 R στην Ελλάδα είναι εξαιρετικά σπάνιο φαινόμενο, πόσο μάλλον να πάμε στα 8 R. Μπορεί να είχαμε στο παρελθόν οχτάρι, αλλά ήταν βάθους, όχι επιφάνειας. Άλλο να γίνεται στα 100 χλμ. και να είναι 8άρης και διαφορετικό στα 5 χλμ. και να είναι 6άρης, καθώς θα ήταν πολύ πιο καταστροφικός ο τελευταίος».

Σύμφωνα με τον σεισμολόγο, στην Ελλάδα ο μέγιστος σεισμός που μπορεί να γίνει σε ακραία περίπτωση είναι ο 7άρης και μάλιστα σεισμός επιφάνειας, γιατί δεν υπάρχουν μεγαλύτερες τεκτονικές δομές, οι οποίες να προκαλούν ένα μεγαλύτερο μέγεθος, αλλά και ο 7άρης ή ο 7,5άρης που έχει καταγραφεί γίνεται μία φορά στα 300 χρόνια. «Οι πιο συνήθεις σεισμοί στην Ελλάδα είναι μέχρι 7 R», επεσήμανε.

Ερωτηθείς για το τι συνέβη στην Τουρκία, εξήγησε πως οι μεγαλύτεροι σεισμοί που καταγράφονται στη γείτονα χώρα προέρχονται από μεγαλύτερες τεκτονικές δομές από αυτές της Ελλάδας. Είναι δηλαδή μεγαλύτερα τα ρήγματα στην Τουρκία.

Τι γίνεται όμως με τις κτιριακές υποδομές της χώρας μας; Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΟΑΣΠ, οι αντισεισμικοί κώδικες στην Ελλάδα είναι πολύ καλοί και αυτό αποδεικνύεται στο ότι οι βλάβες είναι περιορισμένες σε σχέση με ομόλογους σεισμούς σε άλλες χώρες. «Στην Τουρκία οι αντισεισμικοί κανονισμοί και οι διατάξεις είναι όχι τόσο καλά μελετημένοι, η ποιότητα κατασκευών πολλές φορές δεν ελέγχεται και οι αρχιτεκτονικές παραδοξολογίες που θέλουν να παρουσιάσουν στις οικοδομές είναι αυτές που φταίνε για τις καταρρεύσεις», τόνισε χαρακτηριστικά, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι αν γινόταν μεγάλος σεισμός στην Ελλάδα, οι ζημιές θα ήταν μικρότερες, συγκρίνοντας τις κατασκευές της χώρας μας με αυτές της Τουρκίας.


ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΔΡ ΣΕΙΣΜΟΛΟΓΙΑΣ

«Σε θαλάσσιο χώρο τα πιο πολλά επικίνδυνα ρήγματα»

Εννέα σεισμούς από 7 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ και πάνω από το 1905 έως και σήμερα μετράει ο δρ Σεισμολογίας και μέλος του Συμβουλίου Διοίκησης του Ελληνικού Μεσογειακού Πανεπιστημίου, Γεράσιμος Παπαδόπουλος. «Με αφορμή την καταγεγραμμένη σεισμική… ιστορία γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι και η χώρα μας έχει τη δυναμική για έναν σεισμό τόσο μεγάλο όσο ήταν αυτός της Τουρκίας», αναφέρει στον «Ε.Τ.» της Κυριακής.

Μεγάλο ποσοστό των σεισμών άνω των 7 R που έχουν σημειωθεί στον ελλαδικό χώρο δεν είχαν ως αποτέλεσμα να πεθάνουν άνθρωποι. Ενδεικτικά, τρεις διαδοχικοί σεισμοί, το 1981, το 1982 και το 1983, ήταν υποθαλάσσιοι, με αποτέλεσμα να μην καταγράψουν θύματα. Η Ελλάδα έχει την ιδιαιτερότητα, όπως εξηγεί ο κ. Παπαδόπουλος, να καλύπτεται σε μεγάλο μέρος της από θάλασσα. «Συνεπώς είναι λογικό να έχουμε περισσότερους σεισμούς στη θάλασσα».

Άλλωστε, ορισμένα από τα μεγάλα και επικίνδυνα ρήγματα της χώρας μας είναι στη θάλασσα. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να γίνουν και σεισμοί που να φέρουν μεγάλες καταστροφές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, ο σεισμός της Κεφαλλονιάς το 1953. Στις 12 Αυγούστου, σεισμική δόνηση 7,2 R οδήγησε στην… κατάρρευση τριών νησιών (Κεφαλλονιά, Ζάκυνθος, Ιθάκη). Ο τραγικός απολογισμός ήταν 480 νεκροί. «Εάν σκεφτείτε ότι ο πληθυσμός της Κεφαλλονιάς τότε ήταν 6.000-7.000 άτομα, πρόκειται για εθνική τραγωδία», επισημαίνει.

Με βάση τα παραπάνω, η απάντηση στο ερώτημα εάν η χώρα μας διαθέτει ρήγματα που μπορούν να δώσουν μεγάλους σεισμούς, είναι καταφατική. Ένα ιδιαιτέρως επικίνδυνο, σύμφωνα με τον κ. Παπαδόπουλο, είναι το ρήγμα της Αταλάντης. Υπενθυμίζει δε δύο μεγάλους σεισμούς, το 1894, με μεγέθη 6,4 και 6,7 βαθμούς της κλίμακας Ρίχτερ. Δυτικά αλλά και ανατολικά της Κρήτης υπάρχει μεγάλο ρήγμα, όπως επίσης και στην περιοχή της Ρόδου.

Η περιοχή ανάμεσα σε Κεφαλλονιά και Ζάκυνθο διαπερνάται από σημαντικό ρήγμα, ενώ αντίστοιχο υπάρχει και στο Βόρειο Αιγαίο, κατά μήκος της υποθαλάσσιας τάφρου. «Επικίνδυνη» είναι και η υποθαλάσσια τάφρος μεταξύ Αμοργού και Σαντορίνης. Εκεί έγινε το 1956 μεγάλος σεισμός, με μέγεθος 7,4 R, το οποίο πρόσφατα επαναπροσδιορίστηκε σε 7,7. Ο σεισμός στοίχισε τη ζωή σε 55 ανθρώπους και προκάλεσε τσουνάμι ύψους 15 μέτρων.


ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΧΟΥΛΙΑΡΑΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΕΡΕΥΝΩΝ ΓΕΩΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ

«Τυχεροί που σε μεγάλο ποσοστό οι σεισμοί στην Ελλάδα είναι υποθαλάσσιοι»

Πολύ λίγες είναι οι επιστημονικές πιθανότητες να επηρεαστεί η χώρα μας από τον σεισμό της Τουρκίας. Παρ’ όλα αυτά και η Ελλάδα έχει την… ικανότητα για έναν αντίστοιχα ισχυρό σεισμό, σύμφωνα με τον διευθυντή Ερευνών στο Γεωδυναμικό Ινστιτούτο του Αστεροσκοπείου Αθηνών, Γεράσιμο Χουλιάρα.

Ο ίδιος θυμίζει τον πιο πρόσφατο, αυτόν στην Αμοργό, το 1956, ενώ ανατρέχοντας πολύ πίσω, σημειώνει ότι το 365 μ.Χ. είχε καταγραφεί σεισμός 8,2 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ στην Κρήτη. Μάλιστα, ο σεισμός αυτός θεωρείται ο ισχυρότερος που έχει συμβεί ποτέ στη λεκάνη της Μεσογείου.

«Η δυναμική για μεγάλους σεισμούς υπάρχει και στην Ελλάδα. Απλά σε μεγάλο ποσοστό οι σεισμοί της Ελλάδας είναι υποθαλάσσιοι. Έτσι είναι η σεισμοτεκτονική της χώρας. Είμαστε κάπως θα λέγαμε τυχεροί σε αυτό», αναφέρει ο κ. Χουλιάρας στον Ελεύθερο Τύπο της Κυριακής.

Το ελληνικό τόξο, εκεί όπου ενώνεται η αφρικανική με την ευρασιατική πλάκα είναι η μεγάλη διάρρηξη της χώρας μας. Ξεκινά από την Κεφαλλονιά, διασχίζει το Νότιο Αιγαίο, περνά νότια της Κρήτης και φτάνει έως και τη Ρόδο. Είναι μια γεωφυσική ζώνη με δυνατότητα για πολύ μεγάλους σεισμούς.

Για το μέγεθος και την ένταση ενός σεισμού, βέβαια, πάντα παίζει ρόλο το μέγεθος ενός ρήγματος. Για παράδειγμα, το ρήγμα της Ανατολικής Ανατολίας που προκάλεσε τη σεισμική δόνηση της 6ης Φεβρουαρίου στην Τουρκία έχει μήκος 600 χλμ. Επίσης, ο κ. Χουλιάρας τονίζει ότι τα κτίρια είναι αυτά που σώζουν και αυτά που σκοτώνουν κόσμο. «Βλέπουμε ζημιές ακόμη και από καιρικά φαινόμενα στα κτίρια. Η τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να δίνει βάση, να γίνονται εργασίες», σημειώνει.

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, σεισμοί πάνω από 7 R έχουν καταγραφεί και στη χώρα μας. Κάθε πότε επαναλαμβάνονται; Απαντώντας στην ερώτηση αυτή, ο κ. Χουλιάρας, αναφέρει ότι η επαναληψιμότητα σε μια εστία μπορεί να κυμαίνεται από 20ετία έως και εκατοντάδες χρόνια. «Όταν υπάρχουν μεγάλα μεγέθη, χρειάζονται και χρόνο να συγκεντρώσουν την ενέργεια και να την εκλύσουν μέσω του σεισμού. Όσο πιο μεγάλος ένας σεισμός τόσο πιο πολλά χρόνια απαιτούνται να συγκεντρωθεί η ενέργεια», εξηγεί.

dnews

© 2023 – E-Sterea.gr

e-sterea.gr
Click to Hide Advanced Floating Content