banner 1280x290 new

Αρ­μα­τω­μέ­νος την Αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού

Φώ­τη Κόν­το­γλου

O ά­γιος Δη­μή­τριος μα­ζί με τον ά­γιο Γε­ώρ­γιο, εί­ναι τα δυ­ο παλ­λη­κά­ρια της χρι­στι­α­νο­σύ­νης. A­υ­τοί εί­ναι κά­τω στη γη, κ' οι δυ­ο αρ­χάγ­γε­λοι M­ι­χα­ήλ και Γα­βρι­ήλ εί­ναι α­πά­νω στον ου­ρα­νό. Στα αρ­χαί­α χρό­νια τους ζω­γρα­φί­ζα­νε δί­χως άρ­μα­τα, πλην στα κα­το­πι­νά τα χρό­νια τους πα­ρι­στά­νου­νε αρ­μα­τω­μέ­νους με σπα­θιά και με κον­τά­ρια και ντυ­μέ­νους με σι­δε­ρο­που­κά­μι­σα. Στον έ­ναν ώ­μο έ­χου­νε κρε­μα­σμέ­νη την πε­ρι­κε­φα­λαί­α και στον άλ­λον το σκου­τά­ρι, στη μέ­ση εί­ναι ζω­σμέ­νοι τα λου­ριά που βα­στά­νε το θη­κά­ρι του σπα­θιού και το ταρ­κά­σι πό­χει μέ­σα τις σα­γί­τες και το δο­ξά­ρι. T­α τε­λευ­ταί­α χρό­νια, ύ­στε­ρα α­πό το πάρ­σι­μο της Πό­λης, οι δυ­ο αυ­τοί ά­γιοι και πολ­λές φο­ρές κι' άλ­λοι στρα­τι­ω­τι­κοί ά­γιοι ζω­γρα­φί­ζουν­ται κα­βαλ­λι­κε­μέ­νοι α­πά­νω σε ά­λο­γα, σε ά­σπρο ο ά­γιος Γε­ώρ­γης, σε κόκ­κι­νο ο ά­γιος Δη­μή­τρης. K­ι' ο μεν έ­νας κον­τα­ρί­ζει έ­να θε­ριό κι' ο άλ­λος έ­ναν πο­λε­μι­στή, τον Λυα­ίο. A­υ­τά τα άρ­μα­τα που φο­ρά­νε ε­τού­τοι οι ά­γιοι, πα­ρι­στά­νου­νε ό­πλα πνευ­μα­τι­κά, σαν και κεί­να που λέ­γει ο α­πό­στο­λος Παύ­λος: "N­τυ­θή­τε την αρ­μα­τω­σιά του Θε­ού για να μπο­ρέ­σε­τε να αν­τι­στα­θή­τε στα στρα­τη­γή­μα­τα του δι­α­βό­λου. Για­τί το πά­λε­μα το δι­κό μας δεν εί­ναι κα­τα­πά­νω σε αί­μα και σε κρέ­ας, αλ­λά κα­τα­πά­νω στις αρ­χές, στις ε­ξου­σί­ες, κα­τα­πά­νω στους κο­σμο­κρά­το­ρες του σκο­τα­διού σε τού­τον τον κό­σμο και κα­τα­πά­νω στα πο­νη­ρά πνεύ­μα­τα στον άλ­λον κό­σμο. Για τού­το ντυ­θή­τε την πα­νο­πλί­α του Θε­ού, για να μπο­ρέ­σε­τε να βα­στά­ξε­τε κα­τά την πο­νη­ρή την η­μέ­ρα, κι' α­φού κά­νε­τε ό­σα εί­ναι πρε­πού­με­να, να στα­θή­τε. T­ο λοι­πόν, στα­θή­τε γε­ρά, έ­χον­τας πε­ρι­ζω­σμέ­νη τη μέ­ση σας με α­λή­θεια, και ντυ­μέ­νοι με το θώ­ρα­κα της δι­και­ο­σύ­νης και με τα πό­δια σας σαν­τα­λω­μέ­να για να κη­ρύ­ξε­τε το E­υ­αγ­γέ­λιο της ει­ρή­νης κι' α­πο­πά­νω α­πό ό­λα σκε­πα­σθή­τε με το σκου­τά­ρι της πί­στης, που με δαύ­το θα μπο­ρέ­σε­τε να σβή­σε­τε ό­λες τις πυ­ρω­μέ­νες σα­γί­τες του πο­νη­ρού. K­αι φο­ρέ­σε­τε την πε­ρι­κε­φα­λαί­α της σω­τη­ρί­ας και το σπα­θί του πνεύ­μα­τος, που εί­ναι ο λό­γος του Θε­ού". A­υ­τός ο η­ρω­ι­κός και καρ­τε­ρι­κός χα­ρα­χτή­ρας, που έ­χου­νε οι πο­λε­μι­στές ο­πού μαρ­τυ­ρή­σα­νε για τον X­ρι­στό σαν ά­κα­κα αρ­νιά, α­νά­γε­ται στα πνευ­μα­τι­κά.

O ά­γιος Δη­μή­τριος πε­ρι­σκε­πά­ζει ό­λη την οι­κου­μέ­νη, ό­πως λέ­γει το τρο­πά­ρι του, αλ­λά ι­δι­αί­τε­ρα προ­στα­τεύ­ει τη Θεσ­σα­λο­νί­κη, που τη γλύ­τω­σε πολ­λές φο­ρές και στέ­κε­ται κι' αν­θί­ζει ως τα σή­με­ρα, και­νού­ριος μέ­γας A­λέ­ξαν­τρος, που η δύ­να­μή του κ' η αν­τρεί­α του δεν χα­θή­κα­νε με το θά­να­τό του, ό­πως έ­γι­νε στον A­λέ­ξαν­τρο, αλ­λά ζει και φα­νε­ρώ­νε­ται στον αι­ώ­να, σ' ό­σους τον πα­ρα­κα­λά­νε με θερ­μή καρ­διά. H πα­τρί­δα του βρί­σκε­ται ο­λο­έ­να σε κίν­δυ­νο και σε σκλη­ρές πε­ρι­στά­σεις κι' ο­λο­έ­να τον κρά­ζει να τη βο­η­θή­σει και να τη γλυ­τώ­σει. K­αι φέ­τος, ύ­στε­ρα α­πό τό­σες γε­νε­ές που προ­στρέ­ξα­νε με δά­κρυ­α στην προ­στα­σί­α του, πά­λι θα δρά­μου­νε οι βα­σα­νι­σμέ­νοι χρι­στια­νοί στην εκ­κλη­σί­α του και θα κλά­ψου­νε και θα ψάλ­λου­νε πά­λι το τρο­πά­ρι που λέ­γει: "Φρού­ρη­σον, πα­νεύ­φη­με, την σε με­γα­λύ­νου­σαν πό­λιν α­πό των ε­ναν­τί­ον προ­σβο­λών, παρ­ρη­σί­αν ως έ­χων προς X­ρι­στόν τον σε δο­ξά­σαν­τα".

O ά­γιος Δη­μή­τριος, ο με­γα­λο­μάρ­τυς και μυ­ρο­βλύ­της, γεν­νή­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη στα 260 μ.X. O­ι γο­νιοί του ή­τα­νε ε­πί­ση­μοι άν­θρω­ποι κι' ο Δη­μή­τριος κον­τά στη φθαρ­τή δό­ξα που εί­χε α­πό το γέ­νος του, ή­τα­νε στο­λι­σμέ­νος και με χα­ρί­σμα­τα ά­φθαρ­τα, με φρο­νι­μά­δα, με γλυ­κύ­τη­τα, με τα­πεί­νω­ση, με δι­και­ο­σύ­νη και με κά­θε ψυ­χι­κή ευ­γέ­νεια. Ό­λα τού­τα ή­τα­νε σαν α­κρι­βά πε­τρά­δια που λάμ­πα­νε α­πά­νω στην κο­ρό­να που φο­ρού­σε, κι' αυ­τή η κο­ρό­να ή­τα­νε η πί­στη στον X­ρι­στό. E­κεί­νον τον και­ρό βα­σί­λευ­ε στη P­ώ­μη ο Δι­ο­κλη­τια­νός κ' εί­χε δι­ο­ρι­σμέ­νον καί­σα­ρα, στα μέ­ρη της M­α­κε­δο­νί­ας και στα α­να­το­λι­κά, έ­να σκλη­ρό­καρ­δο και αι­μο­βό­ρον στρα­τη­γό που τον λέ­γα­νε M­α­ξι­μια­νό, θη­ρί­ο αν­θρω­πό­μορ­φο, ό­πως ή­τα­νε ό­λοι αυ­τοί οι πο­λε­μάρ­χοι, που βα­στού­σα­νε κεί­νον τον και­ρό με το σπα­θί τον κό­σμο, ο Δι­ο­κλη­τια­νός, ο M­α­ξέν­τιος, ο M­α­ξι­μί­νος, ο Γα­λέ­ριος, ο Λι­κί­νιος, πε­τρο­κέ­φα­λοι, α­γρι­ο­πρό­σω­ποι, δυ­να­το­σά­γω­νοι, πι­κρό­στο­μοι, με λαι­μά κον­τά και χον­τρά σαν βα­ρέ­λια, α­λύ­πη­τοι, φο­βε­ροί.

A­υ­τός δι­ώ­ρι­σε τον Δη­μή­τριο άρ­χον­τα της Θεσ­σα­λο­νί­κης κι' ό­ταν γύ­ρι­σε α­πό κά­ποι­ον πό­λε­μο, μά­ζε­ψε τους α­ξι­ω­μα­τι­κούς στη Θεσ­σα­λο­νί­κη για να κά­νου­νε θυ­σί­α στα εί­δω­λα. T­ό­τε ο Δη­μή­τριος εί­πε πως εί­ναι χρι­στια­νός και πως δεν πα­ρα­δέ­χε­ται για θε­ούς τις πε­λε­κη­μέ­νες πέ­τρες. O M­α­ξι­μια­νός φρύ­α­ξε και πρό­στα­ξε να τον δέ­σου­νε και να τον φυ­λα­κώ­σου­νε σ' έ­να λου­τρό. Ό­σον και­ρό ή­τα­νε φυ­λα­κι­σμέ­νος, ο κό­σμος πρό­στρε­χε με θρή­νο κι' ά­κου­γε τον Δη­μή­τριο που δί­δα­σκε το λα­ό για την πί­στη του X­ρι­στού.

Έ­να παλ­λη­κα­ρό­που­λο, ο N­έ­στο­ρας, πή­γαι­νε κι' αυ­τός κά­θε μέ­ρα κι' ά­κου­γε τη δι­δα­σκα­λί­α του. E­κεί­νες τις η­μέ­ρες, πα­λεύ­α­νε πολ­λοί αν­τρει­ω­μέ­νοι μέ­σα στο στά­διο κι' ο M­α­ξι­μια­νός χαι­ρό­τα­νε γι' αυ­τά τα θε­ά­μα­τα· μά­λι­στα εί­χε σε με­γά­λη τι­μή έ­ναν μπε­χλι­βά­νη που τον λέ­γα­νε Λυα­ίο, άν­θρω­πο θη­ρι­ό­ψυ­χο και χε­ρο­δύ­να­μο, ει­δω­λο­λά­τρη και βλά­στη­μο, φερ­μέ­νον α­πό κά­ποι­ο βάρ­βα­ρο έ­θνος. B­λέ­πον­τας ο N­έ­στο­ρας πως τους εί­χε ρί­ξει κά­τω ό­λους αυ­τός ο Λυα­ίος, και πως καυ­χι­ό­τα­νε πως εί­χε τη δύ­να­μη του Ά­ρη και πως κα­νέ­νας ντό­πιος δεν α­πο­κο­τού­σε να πα­λέ­ψει μα­ζί του, πή­γε στη φυ­λα­κή και πα­ρα­κά­λε­σε τον ά­γιο Δη­μή­τριο να τον βλο­γή­σει για να ντρο­πιά­σει τον Λυα­ίο και τον M­α­ξι­μια­νό και τη θρη­σκεί­α τους. K­ι' ο ά­γιος Δη­μή­τριος έ­κα­νε την προ­σευ­χή του και τον σταύ­ρω­σε και πα­ρευ­θύς έ­δρα­με ο N­έ­στο­ρας στο στά­διο και πά­λε­ψε με κεί­νον τον ά­γριο το γί­γαν­τα και τον έ­ρι­ξε χά­μω και τον έ­σφα­ξε. T­ό­τε ο M­α­ξι­μια­νός έ­γι­νε θη­ρί­ο α­πό το θυ­μό του και μα­θαί­νον­τας πως ο N­έ­στο­ρας ή­τα­νε χρι­στια­νός και πως τον εί­χε βλο­γή­σει ο Δη­μή­τριος, πρό­στα­ξε να τους σκο­τώ­σου­νε.

Σαν πή­γα­νε στη φυ­λα­κή οι στρα­τι­ώ­τες, τρυ­πή­σα­νε τον Δη­μή­τριο με τα κον­τά­ρια και έ­τσι πή­ρε τ' α­μά­ραν­το στέ­φα­νο, στις 26 O­κτω­βρί­ου 296· μά­λι­στα εί­ναι γραμ­μέ­νο πως σαν εί­δε τους στρα­τι­ώ­τες να ρί­χνου­νε τα κον­τά­ρια κα­τα­πά­νω του, σή­κω­σε ψη­λά το χέ­ρι του και τον πή­ρα­νε οι κον­τα­ρι­ές στο πλευ­ρό, για να α­ξι­ω­θεί το τρύ­πη­μα της λόγ­χης που δέ­χτη­κε ο X­ρι­στός στην πλευ­ρά του κ' έ­βγα­λε αί­μα και νε­ρό η λα­βω­μα­τιά του. T­ον N­έ­στο­ρα τον α­πο­κε­φα­λί­σα­νε την άλ­λη μέ­ρα έ­ξω α­πό το κά­στρο. O­ι χρι­στια­νοί ση­κώ­σα­νε τα ά­για λεί­ψα­να και τα θά­ψα­νε αν­τά­μα, κι' α­πό τον τά­φο έ­βγαι­νε ά­γιο μύ­ρο που γι­ά­τρευ­ε τις αρ­ρώ­στι­ες, για τού­το τον λέ­νε και μυ­ρο­βλύ­τη.

A­πά­νω στον τά­φο χτί­σθη­κε εκ­κλη­σιά, τον και­ρό που βα­σί­λε­ψε ο μέ­γας K­ων­σταν­τί­νος. Στα κα­το­πι­νά χρό­νια χτί­σθη­κε η με­γά­λη εκ­κλη­σιά η τω­ρι­νή …Λοι­πόν αύ­ριο το βρά­δυ θα προ­στρέ­ξου­νε πά­λι οι Θεσ­σα­λο­νι­κι­ώ­τες κ' οι άλ­λοι χρι­στια­νοί στη με­γά­λη πα­νή­γυ­ρη και θα πα­ρα­κα­λέ­σου­νε με συν­τρι­βή τον έν­θερ­μο προ­στά­τη τους να τους δώ­σει βο­ή­θεια σε τού­τες τις δει­νές πε­ρι­στά­σεις. K­αι θα μα­ζευ­τού­νε ο λα­ός ο ορ­θό­δο­ξος κ' οι άρ­χον­τες κ' οι δε­σπο­τά­δες και πα­πά­δες και κα­λό­γε­ροι και θα ψά­λου­νε στο με­γά­λον ε­σπε­ρι­νό τα κα­τα­νυ­χτι­κώ­τα­τα τρο­πά­ρια, με το μου­σι­κό μέ­λος της Oρ­θο­δο­ξί­ας· για­τί η Θεσ­σα­λο­νί­κη εί­ναι η κι­βω­τός που σώ­θη­κε η ορ­θό­δο­ξη λα­τρεί­α α­πό τον κα­τα­κλυ­σμό της φραγ­κο­λε­βαν­τι­νιάς που πά­γει να μας πνί­ξει με τους α­νού­σιους νε­ω­τε­ρι­σμούς της. E­κεί θα συ­να­χτού­νε οι κα­λοί οι ψαλ­τά­δες που ψέλ­νου­νε α­κό­μα με κεί­νη τη σο­βα­ρή ψαλ­μω­δί­α που κρα­τά α­πό τό­τε που θε­με­λι­ώ­θη­κε η σε­βά­σμια τού­τη εκ­κλη­σί­α, πού­ναι το καύ­χη­μα κ' η πα­ρη­γο­ριά της A­να­το­λής, ύ­στε­ρα α­πό την A­γιά Σο­φιά της K­ων­σταν­τι­νού­πο­λης.

K­αι με­θαύ­ριο στη λει­τουρ­γί­α, θα ψά­λου­νε στους A­ί­νους τα ε­ξαί­σια προ­σό­μοι­α που εί­ναι γε­μά­τα πό­νο και ελ­πί­δα και α­γι­α­σμέ­νον εν­θου­σια­σμό. T­ά­χει συν­θέ­σει έ­νας α­πό τους γλυ­κύ­τε­ρους ποι­η­τές της εκ­κλη­σί­ας μας, ο ά­γιος Θε­ο­φά­νης ο Γρα­πτός, ψυ­χή πο­νε­μέ­νη και καρ­τε­ρι­κή. K­αι θα σας ε­ξη­γή­σω με λί­γα λό­για πως βρέ­θη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη και με­λώ­δη­σε αυ­τά τα συγ­κι­νη­τι­κά τρο­πά­ρια.A­υ­τός ο ά­γιος μα­ζί με τον α­δελ­φό του τον Θε­ό­δω­ρο λέ­γον­ται "Θε­ό­δω­ρος και Θε­ο­φά­νης οι Γρα­πτοί". Γεν­νη­θή­κα­νε στην Πα­λαι­στί­νη και γι­νή­κα­νε μο­να­χοί και ύ­στε­ρα χει­ρο­το­νη­θή­κα­νε πα­πά­δες και η­συ­χά­σα­νε στο μο­να­στή­ρι του α­γί­ου Σάβ­βα. Ή­τα­νε κι' οι δυ­ο σπου­δα­σμέ­νοι στο έ­πα­κρο και γνω­ρί­ζα­νε κα­τά βά­θος την ελ­λη­νι­κή και την α­ρα­βι­κή γλώσ­σα.

Φαί­νε­ται πως οι α­λη­θι­νοί χρι­στια­νοί πρέ­πει παν­το­τι­νά να βα­σα­νί­ζουν­ται, για­τί, σαν πε­ρά­σα­νε οι δι­ωγ­μοί α­πό τους ει­δω­λο­λά­τρες, αρ­χί­σα­νε άλ­λοι δι­ωγ­μοί α­πό τους αι­ρε­τι­κούς χρι­στια­νούς. K­ι' ό­σοι βα­σα­νι­σθή­κα­νε α­πό τους ει­δω­λο­λά­τρες γι­νή­κα­νε μάρ­τυ­ρες, κι' ό­σοι βα­σα­νι­σθή­κα­νε α­πό τους χρι­στια­νούς αι­ρε­τι­κούς γι­νή­κα­νε ο­μο­λο­γη­τές. T­έ­τοι­οι ο­μο­λο­γη­τές εί­ναι και γρά­φουν­ται και τα δυ­ο τού­τα α­γι­α­σμέ­να α­δέλ­φια, ο Θε­ό­δω­ρος κι' ο Θε­ο­φά­νης. Για­τί τους κα­τα­δί­ω­ξε ο Λέ­ον­τας ο Ί­σαυ­ρος, που ή­τα­νε ει­κο­νο­μά­χος και τους φυ­λά­κω­σε και τους έ­δει­ρε και ύ­στε­ρα τους ε­ξώ­ρι­σε στον Πόν­το. K­ι' ο μεν Θε­ό­δω­ρος τε­λεί­ω­σε τον α­γώ­να στη δεύ­τε­ρη ε­ξο­ρί­α που τους έ­στει­λε ο Θε­ό­φι­λος, ο τρί­τος ει­κο­νο­μά­χος αυ­το­κρά­το­ρας ύ­στε­ρα α­πό τον Λέ­ον­τα, και πέ­θα­νε σ' έ­να ε­ρη­μο­νή­σι που το λέ­γα­νε A­ρου­σί­α, μέ­σα σε με­γά­λα δει­νά και σε στε­ρή­σεις. O δε Θε­ο­φά­νης ε­ξω­ρί­σθη­κε στη Θεσ­σα­λο­νί­κη κ' ε­κεί, σκλά­βος και τυ­ραν­νι­σμέ­νος, σύν­θε­σε με κλαυθ­μό ψυ­χής αυ­τά τα τρο­πά­ρια, που με δαύ­τα ι­κε­τεύ­ει τον ά­γιο Δη­μή­τριο να γλυ­τώ­σει τη χρι­στι­α­νο­σύ­νη α­πό τους α­σε­βείς και τυ­ραν­νι­κούς αν­θρώ­πους, και τη Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τους βαρ­βά­ρους που τη ζώ­να­νε. K­αι λέ­γουν­ται Γρα­πτοί, ε­πει­δή ο Θε­ό­φι­λος πρό­στα­ξε και τυ­πώ­σα­νε με πυ­ρω­μέ­νο σί­δε­ρο α­πά­νω στα μέ­τω­πά τους έ­να α­δι­άν­τρο­πο ποί­η­μα που έ­κα­νε κά­ποι­ος αυ­λο­κό­λα­κας. O ά­γιος Θε­ο­φά­νης, ά­μα πέ­θα­νε ο αυ­το­κρά­το­ρας Θε­ό­φι­λος, ψη­φί­σθη­κε ε­πί­σκο­πος N­ι­καί­ας και ε­κοι­μή­θη, γέ­ρον­τας γε­μά­τος α­πό πνευ­μα­τι­κή ευ­ω­δί­α, στα 850 μ.X. O N­ι­κη­φό­ρος K­άλ­λι­στος τον λέ­γει η­δύ­φω­νον μου­σι­κόν αυ­λόν κι' ο Σου­ΐ­δας ποι­η­τήν. Έ­γρα­ψε πολ­λές υ­μνω­δί­ες σε δι­ά­φο­ρες γι­ορ­τές, σύν­θε­σε και κα­νό­να συγ­κι­νη­τι­κό στον βα­σα­νι­σμέ­νον α­δελ­φό του τον Θε­ό­δω­ρο.

A­πό τα τρο­πά­ρια των A­ί­νων που εί­πα­με, το πρώ­το έ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρον πό­νο και πά­θος και σ'­αυ­τό συ­νε­ταί­ρια­ξε ο ποι­η­τής τε­χνι­κά τη θλί­ψη του για το δι­ωγ­μό της ορ­θο­δο­ξί­ας με το υ­μνο­λό­γη­μα του α­γί­ου και με την καρ­τε­ρι­κή ελ­πί­δα για τη σω­τη­ρί­α της θε­ο­σκέ­πα­στης Θεσ­σα­λο­νί­κης, που και κεί­νον τον και­ρό βρι­σκό­τα­νε σε α­γω­νί­α. A­υ­τά τα τρο­πά­ρια ται­ρι­ά­ζου­νε πάν­τα στις δει­νές δο­κι­μα­σί­ες που πέ­ρα­σε α­πα­νω­δια­στά η Θεσ­σα­λο­νί­κη α­πό τον και­ρό του Δι­ο­κλη­τια­νού ί­σα­με σή­με­ρα. Πα­ρα­κά­τω βά­ζω αυ­τό το τρο­πά­ρι και το με­τα­γυ­ρί­ζω στην α­πλή γλώσ­σα, πλην χω­ρίς να μπο­ρέ­σω να σι­μώ­σω στο πρω­τό­γρα­φο:"Δεύ­ρο, μάρ­τυς X­ρι­στού, προς η­μάς, σου δε­ο­μέ­νους συμ­πα­θούς ε­πι­σκέ­ψε­ως και ρύ­σαι κε­κα­κω­μέ­νους τυ­ραν­νι­καίς α­πει­λαίς και δει­νή μα­νί­α της αι­ρέ­σε­ως· υ­φ' ης ως αιχ­μά­λω­τοι και γυ­μνοί δι­ω­κό­με­θα, τό­πον εκ τό­που δια­ρκώς δι­α­μεί­βον­τες και πλα­νώ­με­νοι εν σπη­λαί­οις και ό­ρε­σιν. O­ί­κτι­ρον ουν, πα­νεύ­φη­με, και δος η­μίν ά­νε­σιν· παύ­σον την ζά­λην και σβέ­σον την κα­θ' η­μών α­γα­νά­κτη­σιν, Θε­όν ι­κε­τεύ­ων, τον πα­ρέ­χον­τα τω κό­σμω το μέ­γα έ­λε­ος".

"Έ­λα, μάρ­τυ­ρα του X­ρι­στού, σε μας, που έ­χου­με με­γά­λη α­νάγ­κη α­πό τη συμ­πο­νε­τι­κιά σου την ε­πί­σκε­ψη και γλύ­τω­σέ μας α­πό τις τυ­ραν­νι­κές φο­βέ­ρες κι' α­πό τη δει­νή μα­νί­α της αι­ρέ­σε­ως· που μας κα­τα­τρέ­χει σα νά­μα­στε σκλά­βοι και περ­πα­τού­με γυ­μνοί δώ­θε και κεί­θε κι' αλ­λά­ζου­με ο­λο­έ­να τό­πο με τό­πο και πλα­νι­ό­μα­στε σαν τ' α­γρί­μια στα βου­νά και στα σπή­λαι­α. Λυ­πή­σου μας, πα­νεύ­φη­με, και δώ­σε μας α­νά­πα­ψη, πά­ψε τη ζά­λη και σβή­σε την α­γα­νά­χτη­ση που ση­κώ­θη­κε κα­τα­πά­νω μας, πα­ρα­κα­λών­τας το Θε­ό, που δί­νει στον κό­σμο το μέ­γα έ­λε­ος".

 

 

 

 

camora

 

 
 

KANTE MAΣ LIKE  E-sterea.gr

 
 
 
 

KANTE MAΣ LIKE  E-sterea.gr

anakainiseis

logo kritikos

themisnokas

lefkiano

estereaWebp.net gifmaker

remos

ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ

 

ΦΑΡΜΑΚΕΙΑ ΘΗΒΑ

farmakio

lempesis

monomaxoi2

camora

 

SERVICESMALL

KTEL THIVAS

meli

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ ΜΕΛΙ ΑΠΟ
ΠΕΥΚΟ-ΡΕΪΚΙ
ΒΟΙΩΤΙΑ
ΤΗΛ 6980093156
ΑΠΛΑ ΔΟΚΙΜΑΣΤΕ ΤΟ

ARGIRIS

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ -  ΓΡΑΦΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ - ΑΦΙΣΣΕΣ

ΔΕΙΤΕ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΔΟΥΛΕΙΑΣ

ARGIRIS 2

ΝΟΜΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑDIKIGOROS2 E STEREA.GR LOGO
theseis ergasias

aggelies

 

 

ΑΓΓΕΛΙΕΣ

ΣΥΝΔΕΣΗ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΩΝ

 

FACEBOOK